Τέχνη είναι
Να παίζεις,
Να αισθάνεσαι,
Να σκέφτεσαι,
Να μετράς,
Να κλείνεις τα μάτια
Και μετά να γελάς.
Τέχνη είναι
Να κινείσαι,
Να κινείσαι ελεύθερα μέσα στο χώρο.
Να μιλάς,
Να καταλαβαίνεις,
Να σε καταλαβαίνουν.
Τέχνη είναι
Να μπορείς να δείς,
Να μπορείς να ακούσεις,
Να μπορείς να αφουγκραστείς.
Τέχνη είναι
Να αγκίζεις,
Να μυρίζεις,
Να γεύεσαι.
Τέχνη είναι
Να κάνεις λάθος,
Να σχεδιάζεις και να αυτοσχεδιάζεις,
Να διορθώνεις.
Τέχνη είναι
Να θαυμάζεις,
Να μπορείς,
Να στοχεύεις.
Τέχνη είναι
Να αγαπάς,
Να αγαπιέσαι,
Να αγαπάς,
Να χαρίζεις,
Όχι να δίνεις,
Να δέχεσαι,
Όχι να ζητάς.
Τέχνη είναι
Να μένεις ανικανοποίητος
Με αυτό που είσαι,
Να προοδεύεις.
Τέχνη είναι
Η ζωή.
Τέχνη είναι
η δημιουργία.
Τέχνη είναι
Να προσπαθείς,
Να επιμένεις.
...
Τέχνη δεν είναι
Υπεροψία,
Αυτοπροβολή,
Σιγουριά.
Τέχνη δεν είναι
Όνομα,
Φήμη,
Χρήματα,
Δουλειά.
Τέχνη δεν είναι
Άνοδος.
...
Η τέχνη είναι η ουσία,ο άνθρωπος απλά ακολουθεί...
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
ο κόσμος μας...
Έχω στα χέρια μου ένα μικρό μπαλάκι. Ή ακόμα κι αν δεν το κρατώ, πρέπει να το φαντάζομαι όσο καλύτερα μπορώ...Ολοζώντανο...Όταν παίζω πιάνο ή όταν μελετώ... Είναι μικρό και στρόγγυλο,κόκκινο κατα προτίμηση και λαμπερό...Τόσο μικρό όσο ο κόσμος μου...
Είναι ο κόσμος μου που κρατώ στα χέρια μου...Κάποιες μέρες από την ένταση τον ζουλάω δυνατά και τον πονάω...Τον κλείνω σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλά μου, τόσο που να μην μπορεί να κοιτάξει παραέξω...Είναι ο φόβος μας που μερικές φορές δεν μας αφήνει να δούμε τα πράγματα όπως είναι*με μια νέα, αποστασιοποιημένη ματιά...Και τότε, προσπαθώντας να τον ζουλίξω με όλη μου τη δύναμη, μου φαίνεται τόσο σκληρός και τόσο μεγάλος που δεν χωράει καν στην παλάμη μου και κάνει τα χέρια μου να πονάνε...Είναι πιο μεγάλος από μένα*από μένα που είμαι τόσο μα τόσο μικρή* και όλα φαίνονται τόσο τεράστια, υπεράνω των δυνατοτήτων μου, των ικανοτήτων μου, των αποθεμάτων μου...Είναι η τάση μας να μεγαλοποιούμε τα πράγματα, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια επικείμενη απειλή.Αυτή η τάση που μας γεμίζει ανησυχία και χτυποκάρδια το βράδυ στο μαξιλάρι...
Ποτέ δεν ξεχνώ το μικρό μπαλάκι...όταν όλα πανε καλά, παίζω μαζί του...το κρατώ, το πετάω ψηλά, το ξαναπιάνω*σαν μικρό παιδί...απογειώνω τις αισθήσεις μου στα ουράνια...Αφήνομαι στο χάιδεμα του αέρα και εκείνος με πηγαίνει όπου θέλει αυτός ...Είναι τότε που μερικές φορές μου πέφτει κάτω κι εγώ χαμογελώ, γιατί όλα είναι ένα μεγάλο παιχνίδι...Κι αν δεν πέσεις, πώς θα σηκωθείς;
Έχω στα χέρια μου ένα μικρό μπαλάκι.Ή ακόμα κι αν δεν το κρατώ, πρέπει να το φαντάζομαι...Αυτό το μπαλάκι είναι ο κόσμος μου και το φυλώ σαν θησαυρό...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας, είναι τόσο μικρό το μυαλό μας...Μερικές φορές δεν μπορούμε καν να φανταστούμε και να συλλάβουμε μερικά πράγματα...Τις περισσότερες φορές, αυτό δεν είναι καν αναγκαίο...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας, που χωράει σε μια αγκαλία, σ ένα κρεβάτι διπλό, σ ένα φιλί, σε μια συλλαβή, σ ένα μήνυμα που θα σε κάνει να γελάσεις, σε μια νύχτα του χειμώνα που ονειρεύεσαι ακρογυαλιές και κοχύλια κάτω από τον καυτό ήλιο...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας!-Μόνο με επαναλήψεις μπορώ και το συνειδητοποιώ!-Γιατί λοιπόν να τον αγχώνουμε; Γιατί να τον πονάμε;ο φόβος για τα πράγματα δεν μας αφήνει να δούμε πόσο απλά είναι τελικά..Και όλα είναι εύκολα για μας που ξέρουμε πως ό,τι αγαπάς μένει, ακόμα κι αν όλα σ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο φθίνουν...Για μας που ξέρουμε να γελιοποιούμε ακόμα και τις πιο τραγικές καταστάσεις...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος, για μας που μένουμε παιδιά!
Είναι ο κόσμος μου που κρατώ στα χέρια μου...Κάποιες μέρες από την ένταση τον ζουλάω δυνατά και τον πονάω...Τον κλείνω σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλά μου, τόσο που να μην μπορεί να κοιτάξει παραέξω...Είναι ο φόβος μας που μερικές φορές δεν μας αφήνει να δούμε τα πράγματα όπως είναι*με μια νέα, αποστασιοποιημένη ματιά...Και τότε, προσπαθώντας να τον ζουλίξω με όλη μου τη δύναμη, μου φαίνεται τόσο σκληρός και τόσο μεγάλος που δεν χωράει καν στην παλάμη μου και κάνει τα χέρια μου να πονάνε...Είναι πιο μεγάλος από μένα*από μένα που είμαι τόσο μα τόσο μικρή* και όλα φαίνονται τόσο τεράστια, υπεράνω των δυνατοτήτων μου, των ικανοτήτων μου, των αποθεμάτων μου...Είναι η τάση μας να μεγαλοποιούμε τα πράγματα, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια επικείμενη απειλή.Αυτή η τάση που μας γεμίζει ανησυχία και χτυποκάρδια το βράδυ στο μαξιλάρι...
Ποτέ δεν ξεχνώ το μικρό μπαλάκι...όταν όλα πανε καλά, παίζω μαζί του...το κρατώ, το πετάω ψηλά, το ξαναπιάνω*σαν μικρό παιδί...απογειώνω τις αισθήσεις μου στα ουράνια...Αφήνομαι στο χάιδεμα του αέρα και εκείνος με πηγαίνει όπου θέλει αυτός ...Είναι τότε που μερικές φορές μου πέφτει κάτω κι εγώ χαμογελώ, γιατί όλα είναι ένα μεγάλο παιχνίδι...Κι αν δεν πέσεις, πώς θα σηκωθείς;
Έχω στα χέρια μου ένα μικρό μπαλάκι.Ή ακόμα κι αν δεν το κρατώ, πρέπει να το φαντάζομαι...Αυτό το μπαλάκι είναι ο κόσμος μου και το φυλώ σαν θησαυρό...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας, είναι τόσο μικρό το μυαλό μας...Μερικές φορές δεν μπορούμε καν να φανταστούμε και να συλλάβουμε μερικά πράγματα...Τις περισσότερες φορές, αυτό δεν είναι καν αναγκαίο...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας, που χωράει σε μια αγκαλία, σ ένα κρεβάτι διπλό, σ ένα φιλί, σε μια συλλαβή, σ ένα μήνυμα που θα σε κάνει να γελάσεις, σε μια νύχτα του χειμώνα που ονειρεύεσαι ακρογυαλιές και κοχύλια κάτω από τον καυτό ήλιο...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος μας!-Μόνο με επαναλήψεις μπορώ και το συνειδητοποιώ!-Γιατί λοιπόν να τον αγχώνουμε; Γιατί να τον πονάμε;ο φόβος για τα πράγματα δεν μας αφήνει να δούμε πόσο απλά είναι τελικά..Και όλα είναι εύκολα για μας που ξέρουμε πως ό,τι αγαπάς μένει, ακόμα κι αν όλα σ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο φθίνουν...Για μας που ξέρουμε να γελιοποιούμε ακόμα και τις πιο τραγικές καταστάσεις...
Είναι τόσο μικρός ο κόσμος, για μας που μένουμε παιδιά!
Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010
17-10-2010
Δεν γράφω πράγματα για τη ζωή μου πλέον, απλές εικόνες που γλιστράνε πάνω στο χαρτι... Δεν έχω γράψει κείμενα, ούτε ποιήματα, ούτε στίχους, ούτε μουσική* απλά σχήματα που στροβιλίζουν στο μυαλό μου μερικές φορές, όταν χάνεται η λογική...Είναι αυτό το μαγικό κουμπάκι που ανάβει κι ένα δάκρυ κυλάει, για να σβήσει στη σιωπή... Δεν γράφω πλέον* δεν γράφω πια...Δεν μπορώ καν να συνδυάσω τις λέξεις...Εγώ είμαι αυτή που βάζει κόκκινο στους γραμματικούς τύπους...Δεν έχω έκφραση, δεν ξέρω συντακτικό...Δεν βρίσκω ιδέες ανάμεσα στις σκέψεις μου, για να γεμίσω ένα λευκό χαρτί...
Μα σαν την είδα στο δρόμο, ξύπνησε μέσα μου μια μελωδία γλυκιά...Από αυτές που ακούγονται αχνά μέσα στο θόρυβο του δρόμου...Φώτα με προσπερνούσαν και η βοή των αυτοκινήτων μου τρυπούσε τ αυτιά...Χαμένη σε σκέψεις...Γυαλιά ήταν αυτά που πάτησα; Από τις λίγες φορές που δεν καταφέρνω να μετρήσω τα πλακάκια από το πεζοδρόμιο που πατάω...Κάποια πέρασε από δίπλα μου χτυπώντας με στον ώμο...Οι άνθρωποι κοιτούν μα δεν βλέπουν...Ακούμπησα την κολώνα που ήταν γεμάτη αφίσες για να ξεζαλιστώ...Λυγμός ήταν αυτό; Δεν έχει σημασία*χάθηκε μέσα στην φασαρία...Και τότε κοίταξα μπροστά μου και είδα την πιο όμορφη εικόνα για μια νύχτα σαν κι αυτή...
Ήταν το πιο μικρό παιδί που είχα δει ποτέ...Ειχε μακριά , καστανά μαλλιά και μεγάλα μάτια που μου φαινόταν κάπως γνωστά. Κρατούσε το χέρι της μαμά της τόσο σφιχτά, μπλεκόταν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Περπατούσε χοροπηδηχτά και η κοτσίδα της χόρευε στο ρυθμό των βημάτων της. Και σαν χαμογέλασε και είπε στη μαμά της «σ αγαπώ», φάνηκαν τα μικροσκοπικά δοντάκια της- και μερικά που έλλειπαν- σαν μικρά, άσπρα φωτάκια το βράδυ, που φωτίζουν ακόμα και την πο παγερό σκοτάδι, για να σου δείχνουν το δρόμο και να μπορείς να συνεχίσεις...
Κι ήταν αυτή η όμορφη νότα στη νύχτα μου που μ έκανε ν αναρωτηθώ: σε ποιό κόσμο ζούνε αυτά τα παιδιά; Αυτά τα παιδιά που σιγά σιγά θα μεγαλώσουν, θα φορέσουν φουστάνια και κραγιόν, θα περπατούν σε ψηλοτάκουνα και η μαμά τους δεν θα τους κρατά πλέον το χέρι για να μην πέσουν...Αυτά τα παιδιά που θα κληθούν να ζήσουν μια ζωή που περνά μπροστά απ τα μάτια και δεν χαρίζει μια παραπάνω στιγμή...Μια στιγμή για μια καληνύχτα, για να αγκαλιάσεις αυτό που δεν θέλεις ποτέ να χάσεις...Να χάσεις τις αισθήσεις και να βρεθείς στο κενό...Κι όταν πέσεις στο κενό ποιος θα νοιαστεί; Ποιος θα ναι κει για να σε τραβήξει; Να σου κρατήσει το χέρι για να μην φοβάσαι; Ποια αγκαλιά θα σε σφίξει και θα πεις «σ αγαπώ» ;
Καθισμένη στα σκαλάκια ενός μικρού πάρκου, ακριβώς δίπλα σε έναν δρόμο γεμάτο με ανθρώπους, άφησα ένα δάκρυ που ποτέ κανείς δεν θα προσέξει, καθώς θα το ποδοπατά...Άφησα μια αίσθηση πικρή μα και γλυκια...Δεν γράφω πράγματα για τη ζωή μου, ούτε για τον εαυτό μου...Δεν γράφω σκηνικά...Είναι απλές εικόνες που βγαίνουν σχίζοντας τα δάχτυλά μου...Κάθε όμως φορά, είναι η φιγούρα σου που τις λέξεις ανασταίνει...Είσαι εσύ, σαν να εμφανίζεσαι από το πουθενά.Και γω σε κοιτάζω και σου λέω «Πάμε σπίτι... Θέλεις να μου κρατήσεις το χέρι;»
Μα σαν την είδα στο δρόμο, ξύπνησε μέσα μου μια μελωδία γλυκιά...Από αυτές που ακούγονται αχνά μέσα στο θόρυβο του δρόμου...Φώτα με προσπερνούσαν και η βοή των αυτοκινήτων μου τρυπούσε τ αυτιά...Χαμένη σε σκέψεις...Γυαλιά ήταν αυτά που πάτησα; Από τις λίγες φορές που δεν καταφέρνω να μετρήσω τα πλακάκια από το πεζοδρόμιο που πατάω...Κάποια πέρασε από δίπλα μου χτυπώντας με στον ώμο...Οι άνθρωποι κοιτούν μα δεν βλέπουν...Ακούμπησα την κολώνα που ήταν γεμάτη αφίσες για να ξεζαλιστώ...Λυγμός ήταν αυτό; Δεν έχει σημασία*χάθηκε μέσα στην φασαρία...Και τότε κοίταξα μπροστά μου και είδα την πιο όμορφη εικόνα για μια νύχτα σαν κι αυτή...
Ήταν το πιο μικρό παιδί που είχα δει ποτέ...Ειχε μακριά , καστανά μαλλιά και μεγάλα μάτια που μου φαινόταν κάπως γνωστά. Κρατούσε το χέρι της μαμά της τόσο σφιχτά, μπλεκόταν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Περπατούσε χοροπηδηχτά και η κοτσίδα της χόρευε στο ρυθμό των βημάτων της. Και σαν χαμογέλασε και είπε στη μαμά της «σ αγαπώ», φάνηκαν τα μικροσκοπικά δοντάκια της- και μερικά που έλλειπαν- σαν μικρά, άσπρα φωτάκια το βράδυ, που φωτίζουν ακόμα και την πο παγερό σκοτάδι, για να σου δείχνουν το δρόμο και να μπορείς να συνεχίσεις...
Κι ήταν αυτή η όμορφη νότα στη νύχτα μου που μ έκανε ν αναρωτηθώ: σε ποιό κόσμο ζούνε αυτά τα παιδιά; Αυτά τα παιδιά που σιγά σιγά θα μεγαλώσουν, θα φορέσουν φουστάνια και κραγιόν, θα περπατούν σε ψηλοτάκουνα και η μαμά τους δεν θα τους κρατά πλέον το χέρι για να μην πέσουν...Αυτά τα παιδιά που θα κληθούν να ζήσουν μια ζωή που περνά μπροστά απ τα μάτια και δεν χαρίζει μια παραπάνω στιγμή...Μια στιγμή για μια καληνύχτα, για να αγκαλιάσεις αυτό που δεν θέλεις ποτέ να χάσεις...Να χάσεις τις αισθήσεις και να βρεθείς στο κενό...Κι όταν πέσεις στο κενό ποιος θα νοιαστεί; Ποιος θα ναι κει για να σε τραβήξει; Να σου κρατήσει το χέρι για να μην φοβάσαι; Ποια αγκαλιά θα σε σφίξει και θα πεις «σ αγαπώ» ;
Καθισμένη στα σκαλάκια ενός μικρού πάρκου, ακριβώς δίπλα σε έναν δρόμο γεμάτο με ανθρώπους, άφησα ένα δάκρυ που ποτέ κανείς δεν θα προσέξει, καθώς θα το ποδοπατά...Άφησα μια αίσθηση πικρή μα και γλυκια...Δεν γράφω πράγματα για τη ζωή μου, ούτε για τον εαυτό μου...Δεν γράφω σκηνικά...Είναι απλές εικόνες που βγαίνουν σχίζοντας τα δάχτυλά μου...Κάθε όμως φορά, είναι η φιγούρα σου που τις λέξεις ανασταίνει...Είσαι εσύ, σαν να εμφανίζεσαι από το πουθενά.Και γω σε κοιτάζω και σου λέω «Πάμε σπίτι... Θέλεις να μου κρατήσεις το χέρι;»
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
if...
if you can keep your head when all about you
are losing theirs and blaming it on you;
if you can trust yourself when all men doubt you,
but make allowance for their doubting too;
if you can wait and not ba tired by waiting,
or,being lied about,dont deal in lies,
or,being hated,dont give way to hating,
and yet dont look too good,nor talk too wise;
if you can dream-and not make dreams your master;
if you can think-and not make thoughts your aim;
if you can meet with triumph and disaster
and treat those two imposters just the same;
if you can bear to hear the truth you ve spoken
twisted by knaves to make a trap for fools,
or watch the things you gave your life to broken,
and stoop and buld 'em out with wornout tools;
if you can make one heap with all your winnings
and risk it on one turn of pitch-and-toss,
and lose,and start again at your beginnings
and never breath a word about your loss;
if you can force your heart and nerve and sinew
to serve your turn long after they are gone,
and so hold on when there s nothing in you
except the Will which says to them "Hold on!"
if you can talk with crowds and keep your virtue,
or walk with kings-nor lose the common touch;
if neither foes nor loving friends can hurt you;
if all men count with you but none too much;
if you can fill the unforgiving minute
with sixty seconds' worth of distance run-
yours is the Earth and everything that s in it,
and-which is more-you ll be a Man my son!
Kipling
if you can keep your head when all about you
are losing theirs and blaming it on you;
if you can trust yourself when all men doubt you,
but make allowance for their doubting too;
if you can wait and not ba tired by waiting,
or,being lied about,dont deal in lies,
or,being hated,dont give way to hating,
and yet dont look too good,nor talk too wise;
if you can dream-and not make dreams your master;
if you can think-and not make thoughts your aim;
if you can meet with triumph and disaster
and treat those two imposters just the same;
if you can bear to hear the truth you ve spoken
twisted by knaves to make a trap for fools,
or watch the things you gave your life to broken,
and stoop and buld 'em out with wornout tools;
if you can make one heap with all your winnings
and risk it on one turn of pitch-and-toss,
and lose,and start again at your beginnings
and never breath a word about your loss;
if you can force your heart and nerve and sinew
to serve your turn long after they are gone,
and so hold on when there s nothing in you
except the Will which says to them "Hold on!"
if you can talk with crowds and keep your virtue,
or walk with kings-nor lose the common touch;
if neither foes nor loving friends can hurt you;
if all men count with you but none too much;
if you can fill the unforgiving minute
with sixty seconds' worth of distance run-
yours is the Earth and everything that s in it,
and-which is more-you ll be a Man my son!
Kipling
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
δακρυσμένο λεωφορείο
Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο που περνά από μπροστά μου…βιαστικούς περαστικούς, τον κόσμο γύρω στο λεωφορείο…Άχρωμα πρόσωπα διασταυρούμενα βλέμματα, δυνατά γέλια, βήματα, λαχανιασμένες ανάσες…
Ο αέρας που μπερδεύει τα μαλλιά και τα φώτα των δρόμων να σκοτεινιάζουν περισσότερο τις ματιές…Κάθομαι εδώ, στη μέση ενός γεμάτου λεωφορείου. Μια κυρία με μπλε κορδέλα και κόκκινα παπούτσια, ένα κορίτσι με ένα σκουλαρίκι σε σχήμα πορτοκαλιού, κι εκεί, σαν ένα φως να οδήγησε τη ματιά μου πάνω της, μια κοπέλα με συννεφιασμένο βλέμμα…
Έστεκε ανάμεσα στον κόσμο, ανάμεσα σε γέλια… Δίπλα σε μια παρέα που χαχάνιζε συνεχώς, σ ένα εφηβικό ζευγάρι που η νεαρή κρατούσε δύο τριαντάφυλλα, ένα λευκό κι ένα κόκκινο… Κι όμως, έμενε, δίνοντας μια μαύρη νότα στη λευκή παρτιτούρα τους…Ήθελε κάτι να πει, μα δεν το έκανε…
Την κοιτούσα ώρα πολλή, νομίζω ότι κι εκείνη το κατάλαβε αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο επίμονο βλέμμα μου…Βασικά, δεν έδινε γενικά σημασία σε τίποτα γύρω… Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, την πόλη, τα φώτα κι ανοιγόκλεινε το κινητό της σαν να περίμενε μια λέξη… Μα τίποτα! Το άνοιγε, το έκλεινε, το ξανάνοιγε, το ξανάκλεινε…
Τα μάτια της ήταν μεγάλα και εκφραστικά… Προσπαθούσα να δω μέσα, μα σαν τρύπωνα, γυρνούσε το κεφάλι σαν να μην ήθελε να δω. Κι εκείνη κοιτούσε ανέκφραστα έξω και το κινητό άνοιγε, έκλεινε, ξανάνοιγε, ξανάκλεινε… Σε ρυθμό αργό και μελαγχολικό… Άνοιγε, έκλεινε…
Κάρφωσε το βλέμμα της για λίγο στην άδεια οθόνη… Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν, σήκωσε ψηλά το κεφάλι, προσπαθώντας να καταπιεί τον πόνο που είχε σταθεί κάπου στον λαιμό της… Μα, όταν είδα πιο προσεκτικά, ένα δάκρυ ήδη γυάλιζε στην άκρη των βλεφάρων της… Τα μάτια της θόλωσαν και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πλέον. Άραγε, εκείνη ήξερε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε; Ή μήπως μια θύελλα περνούσε από το μυαλό της;
Ήταν το δάκρυ της; Το δάκρυ μου; Το δάκρυ σου; Το δάκρυ του; Ήταν αυτό που έσβησε κυλώντας στο καυτό μάγουλο…
Χτύπησε το κουδούνι για στάση και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι ενός μικρού δρόμου… Την είδα! Θα θυμάμαι το πρόσωπό της, το δάκρυ της, τον απροσδιόριστο πόνο της που ένιωσα να με πληγώνει και μένα… Κοίταξα τα μάτια της και είδα τα δικά μου…Ή μήπως τα δικά μας;
Σίγουρα γύρισε στο σπίτι για να μπορέσει να ξεβράσει ολόκληρη τη θάλασσα δακρύων, να αφήσει ένα λυγμό στο μαξιλάρι και να πνίξει μια κραυγή σε μια ανύπαρκτη αγκαλιά… Μια αγκαλιά-υποκατάστατο ίσως με την κουβέρτα…
Θα κοιτάξει στον καθρέφτη, θα σβήσει τη μολυβένια αίσθηση από τα μάτια, θα βγάλει κάθε ίχνος χρώματος, φωτός, λαμπυρίσματος… Θα αφαιρέσει τη μάσκα της κλεμμένης ομορφιάς της… Κι έτσι, μες στην ασχήμια αυτού του κόσμου, θα τραβήξει πίσω τα μαλλιά της και θα δει τα μάτια που συνήθως την αγαπούν, συνήθως της χαμογελούν, συνήθως παίζουν παιχνίδια με το είδωλό της… Θα δει τα μάτια που σήμερα έχουν σβήσει μαζί με κείνο το δάκρυ που κύλησε στο λεωφορείο…
Θα δει πως ο πόνος της, είναι πόνος σου, είναι πόνος μου, είναι πόνος μας…Θα δει εσένα και μένα μαζί… Θα δει πως ήμουν στο λεωφορείο…Θα θυμηθεί το πρόσωπό μου που την κοιτούσε επίμονα και θα καταλάβει ότι ήταν το δικό της…
Ο αέρας που μπερδεύει τα μαλλιά και τα φώτα των δρόμων να σκοτεινιάζουν περισσότερο τις ματιές…Κάθομαι εδώ, στη μέση ενός γεμάτου λεωφορείου. Μια κυρία με μπλε κορδέλα και κόκκινα παπούτσια, ένα κορίτσι με ένα σκουλαρίκι σε σχήμα πορτοκαλιού, κι εκεί, σαν ένα φως να οδήγησε τη ματιά μου πάνω της, μια κοπέλα με συννεφιασμένο βλέμμα…
Έστεκε ανάμεσα στον κόσμο, ανάμεσα σε γέλια… Δίπλα σε μια παρέα που χαχάνιζε συνεχώς, σ ένα εφηβικό ζευγάρι που η νεαρή κρατούσε δύο τριαντάφυλλα, ένα λευκό κι ένα κόκκινο… Κι όμως, έμενε, δίνοντας μια μαύρη νότα στη λευκή παρτιτούρα τους…Ήθελε κάτι να πει, μα δεν το έκανε…
Την κοιτούσα ώρα πολλή, νομίζω ότι κι εκείνη το κατάλαβε αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο επίμονο βλέμμα μου…Βασικά, δεν έδινε γενικά σημασία σε τίποτα γύρω… Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, την πόλη, τα φώτα κι ανοιγόκλεινε το κινητό της σαν να περίμενε μια λέξη… Μα τίποτα! Το άνοιγε, το έκλεινε, το ξανάνοιγε, το ξανάκλεινε…
Τα μάτια της ήταν μεγάλα και εκφραστικά… Προσπαθούσα να δω μέσα, μα σαν τρύπωνα, γυρνούσε το κεφάλι σαν να μην ήθελε να δω. Κι εκείνη κοιτούσε ανέκφραστα έξω και το κινητό άνοιγε, έκλεινε, ξανάνοιγε, ξανάκλεινε… Σε ρυθμό αργό και μελαγχολικό… Άνοιγε, έκλεινε…
Κάρφωσε το βλέμμα της για λίγο στην άδεια οθόνη… Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν, σήκωσε ψηλά το κεφάλι, προσπαθώντας να καταπιεί τον πόνο που είχε σταθεί κάπου στον λαιμό της… Μα, όταν είδα πιο προσεκτικά, ένα δάκρυ ήδη γυάλιζε στην άκρη των βλεφάρων της… Τα μάτια της θόλωσαν και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πλέον. Άραγε, εκείνη ήξερε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε; Ή μήπως μια θύελλα περνούσε από το μυαλό της;
Ήταν το δάκρυ της; Το δάκρυ μου; Το δάκρυ σου; Το δάκρυ του; Ήταν αυτό που έσβησε κυλώντας στο καυτό μάγουλο…
Χτύπησε το κουδούνι για στάση και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι ενός μικρού δρόμου… Την είδα! Θα θυμάμαι το πρόσωπό της, το δάκρυ της, τον απροσδιόριστο πόνο της που ένιωσα να με πληγώνει και μένα… Κοίταξα τα μάτια της και είδα τα δικά μου…Ή μήπως τα δικά μας;
Σίγουρα γύρισε στο σπίτι για να μπορέσει να ξεβράσει ολόκληρη τη θάλασσα δακρύων, να αφήσει ένα λυγμό στο μαξιλάρι και να πνίξει μια κραυγή σε μια ανύπαρκτη αγκαλιά… Μια αγκαλιά-υποκατάστατο ίσως με την κουβέρτα…
Θα κοιτάξει στον καθρέφτη, θα σβήσει τη μολυβένια αίσθηση από τα μάτια, θα βγάλει κάθε ίχνος χρώματος, φωτός, λαμπυρίσματος… Θα αφαιρέσει τη μάσκα της κλεμμένης ομορφιάς της… Κι έτσι, μες στην ασχήμια αυτού του κόσμου, θα τραβήξει πίσω τα μαλλιά της και θα δει τα μάτια που συνήθως την αγαπούν, συνήθως της χαμογελούν, συνήθως παίζουν παιχνίδια με το είδωλό της… Θα δει τα μάτια που σήμερα έχουν σβήσει μαζί με κείνο το δάκρυ που κύλησε στο λεωφορείο…
Θα δει πως ο πόνος της, είναι πόνος σου, είναι πόνος μου, είναι πόνος μας…Θα δει εσένα και μένα μαζί… Θα δει πως ήμουν στο λεωφορείο…Θα θυμηθεί το πρόσωπό μου που την κοιτούσε επίμονα και θα καταλάβει ότι ήταν το δικό της…
Τετάρτη 26 Μαΐου 2010
Δευτέρα 24 Μαΐου 2010
Τρίτη 4 Μαΐου 2010
Στιγμές που χάνονται 2008
Στιγμές που χάνονται
και σβήνουν στο σκοτάδι
είναι η ανάσα σου,
τα λόγια σου,το χάδι...
όλα ξεχάστηκαν,
ξεθώριασαν με τον καιρό,
όλοι πια έφυγαν
κι εγώ αιωρούμαι στο κενό
κιτρίνισαν πλέον
και οι αναμνήσεις
οι ευχές, οι ελπίδες,
πως θα γυρίσεις
στέγνωσαν τα δάκρυα
τα μάτια μου στεγνά
-εσύ μακριά-
δυο λόγια στεγανά
σκέψεις βυθίζονται
πάνω στα δάχτυλά μου
μια μελωδία
μέσα από την καρδιά μου
λέξεις που ουρλιάζουν
τα σκόρπια γράμματά μου
λόγια που φεύγουν
έξω απ τα λογικά μου
εικόνες που στέκουν
στην άκρη του ματιού μου
οι αναμνήσεις σου
στη γεύση του χειλιού μου
κι όλα γύρω μου
ψεύτικα μοιάζουν
μα,πλέον,μέσα μου
οι πόνοι δεν κουλουριάζουν
έτσι λοιπόν σ αφήνω
έχε γειά
γεύση πικρή
δεν έχω πια μιλιά
το όνειρο έσβησε
σαν έφτασε η αυγή
ο χρόνος πέταξε
σε άλλη πλέον γη
στιγμές που χάνονται
και σβήνουν στο σκοτάδι
κι αφήνουν μόνο
στην καρδιά ένα σημάδι...
αφιερωμένο σε όσους διδάσκονται από τα λάθη του παρελθόντος,χωρίς να το νοσταλγούν ποτέ...
Υ.Γ το ποίημα το βρήκα τυχαία διαγράφοντας αρχεία του υπολογιστή,καθώς το είχα στείλει σε διαγωνισμό λογοτεχνίας,αλλά απ ότι φαίνεται δεν άρεσε...
και σβήνουν στο σκοτάδι
είναι η ανάσα σου,
τα λόγια σου,το χάδι...
όλα ξεχάστηκαν,
ξεθώριασαν με τον καιρό,
όλοι πια έφυγαν
κι εγώ αιωρούμαι στο κενό
κιτρίνισαν πλέον
και οι αναμνήσεις
οι ευχές, οι ελπίδες,
πως θα γυρίσεις
στέγνωσαν τα δάκρυα
τα μάτια μου στεγνά
-εσύ μακριά-
δυο λόγια στεγανά
σκέψεις βυθίζονται
πάνω στα δάχτυλά μου
μια μελωδία
μέσα από την καρδιά μου
λέξεις που ουρλιάζουν
τα σκόρπια γράμματά μου
λόγια που φεύγουν
έξω απ τα λογικά μου
εικόνες που στέκουν
στην άκρη του ματιού μου
οι αναμνήσεις σου
στη γεύση του χειλιού μου
κι όλα γύρω μου
ψεύτικα μοιάζουν
μα,πλέον,μέσα μου
οι πόνοι δεν κουλουριάζουν
έτσι λοιπόν σ αφήνω
έχε γειά
γεύση πικρή
δεν έχω πια μιλιά
το όνειρο έσβησε
σαν έφτασε η αυγή
ο χρόνος πέταξε
σε άλλη πλέον γη
στιγμές που χάνονται
και σβήνουν στο σκοτάδι
κι αφήνουν μόνο
στην καρδιά ένα σημάδι...
αφιερωμένο σε όσους διδάσκονται από τα λάθη του παρελθόντος,χωρίς να το νοσταλγούν ποτέ...
Υ.Γ το ποίημα το βρήκα τυχαία διαγράφοντας αρχεία του υπολογιστή,καθώς το είχα στείλει σε διαγωνισμό λογοτεχνίας,αλλά απ ότι φαίνεται δεν άρεσε...
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
to koritsi me ti gyalini psyxi
eixa pei oti den 8a grapsw palies istories, alla t perasmeno kalokairi eixa grapsei mia istoria p legotan "to koritsi me ti gyalini psyxi"...den afigeitai kp gegonos apla mia euxi p eixa tote...einai i moni istoria p kratisa(g na mporesw na tn metapoihsw) otan prin apo liges meres peta3a o,ti eixa grapsei kai o logos einai oti gyrnontas nohta diavazontas thn ligous mines prin,eida oti auto p euxomoun tote,simera einai pragmatikotita...opoios 3erei katalavainei...kai tin afierwnw stous teleutaious uperoxous 6 mines ths zwhs m...kratw loipon idia tn eisagwgi tis tote istorias kai allazw oli tin upoloipi sunexeia...kai meta tn skizw fysika kai autin...xaxaxa...
" Η νύχτα έκρυβε το φως της με μαύρα πέπλα και το κορίτσι στρέφοντας το κεφάλι της προς τον ουρανό, έβλεπε τα αστέρια που έφεγγαν σαν πυγολαμπίδες, μέσα από το γυάλινο σπίτι της.
Ζούσε μόνη της σε ένα στρογγυλό, γυάλινο σπίτι.Τα βράδια κοιτούσε τον ουρανό και έκανε ευχές κάθε φορά που έβλεπε ένα φλεγόμενο αστέρι. Τα πρωινά ξυπνούσε με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου που γαργαλούσαν τα βλέφαρά της...Κατά τη διάρκεια της ημέρας γυρνούσε γύρω γύρω στο σπίτι της και παρατηρούσε τους ανθρώπους.
Άλλοι ψηλοί, άλλοι κοντοί, άλλοι χαρούμενοι, άλλοι σκυθρωποί..Ο καθένας ξεχωριστός με τελείως διαφορετικούς ρυθμούς.οι περισσότεροι έτρεχαν με μανία για να προλάβουν τις δουλειές τους.Κάποιες ώρες συγκεκριμένες περνούσαν τα παιδιά με τις τεράστιες σχολικές τους τσάντες...κόσμος πήγαινε και ερχόταν συνεχώς...μόνο αργά τα μεσάνυχτα η ησυχία σκόρπιζε μυστήριο που διαλυόταν μερικές φορές από το μοναχικό γάβγισμα ενός σκύλου...
αυτή ήταν εκεί...ο κόσμος δεν την έβλεπε κι ούτε μπορούσε να την αγγίξει μέσα από το γυάλινο τείχος της!ήταν απόλυτα προστατευμένη εκεί μέσα...
κάποιους ανθρώπους τους έβλεπε καθημερινά, ήξερε πότε ήταν χαρούμενοι και πότε λυπημένοι..παρατηρούσε και ανίχνευε τόσο καλά τα συναισθήματά τους και ίσως να τους θεωρούσε και φίλους...πλησίαζαν τόσο κοντά στο τείχος της, που παρατηρούσε σπιθαμή προς σπιθαμή το πρόσωπό τους,και τότε ήταν που άρχιζε να νιώθει μελαγχολία!
Η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί της, της έδινε την δυνατότητα να μην πληγώνεται, να μην κάνει λάθη,να μην κινδυνεύει...κι όμως,αυτή ήθελε τόσο πολύ να βγει έξω και να αρχίσει να τρέχει, όπως όλοι οι περαστικοί...δεν μπορούσε να πληγωθεί, αλλά ούτε και να ζήσει ελεύθερη...
Κάποιες φορές ήθελε να σπάσει το γυάλινο τείχος της, αλλά φοβόταν ότι οι άνθρωποι δεν θα την αποδεχόταν όπως είναι, πως θα την έδιωχναν και πάλι πίσω και πως θα πρεπε πληγωμένη και πάλι να επιστρέψει στην παλιά ζωή της που δεν της άρεσε καθόλου...
Υπήρχαν λίγοι άνθρωποι που αντιλαμβάνονταν την παρουσία της εκεί στη μέση του δρόμου!Μπορούσαν να τη δουν και να της μιλήσουν,ν αντιληφθούν την ύπαρξη και τα συναισθήματά της, αλλά αυτοί ήταν πολύ λίγοι...
Δενόταν μαζί τους, τους ένιωθε κοντά της όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ δίπλα της γιατί υπήρχε το τείχος...Και τότε ήταν που σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της...Αν έσπαγε το γυαλί με τα χέρια της,θα μπορούσε να τους αγγίξει και να τους μιλήσει χωρίς να χρειάζεται να φωνάζει για να ακουστεί...
Προετοιμαζόταν για τη μέρα της ελευθερίας ο εκκωφαντικός θόρυβος καλυπτόταν από τους ταχύτατους ρυθμούς του δρόμου και μικρά κομματάκια από γυαλί σκόρπιζαν το πάτωμα...
Ήταν τόσο χαρούμενη, τώρα μπορούσε να τρέξει,να μιλήσει με όλους,να αγγίξει τα πάντα γύρω της, να ακούσει τη μουσική του κόσμου, να νιώσει τη μυρωδιά και τη γεύση του...
χωρίς το τείχος της όμως ήταν τόσο ευάλωτη...τόσο ανοιχτή, ο καθένας μπορούσε να την καταλάβει...διάφανη...ο καθένας μπορούσε να την πληγώσει...
και άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν...έπαιρναν ό,τι ήθελαν από την ειλικρίνειά της, με λόγια εξαπατούσαν την πίστη της στην καλοσύνη των πραγμάτων,με υποσχέσεις έκλεβαν και κάτι από τον εαυτό της, με ψεύτικες φιλίες σκότωναν τα όνειρά της...
οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται...
και όταν απογοητευόταν από την ψευτιά αυτού του κόσμου ξεκινούσε και πάλι να χτίζει το γυάλινο τείχος της...
και η ζωή της ξαναγινόταν το ίδιο βαρετή όπως πριν,με επιφυλακτικότητα,με απομόνωση και με ασφάλεια...τα χέρια της τα πληγωμένα της θύμιζαν τα αποτελέσματα της απόπειρας της να σπάσει το γυαλί...πάντα όμως ήθελε και πάλι να επιστρέψει πίσω...
και η νύχτα πάντα έκρυβε το φως με τα αύρα πέπλα της και το κορίτσι στρέφοντας το κεφάλι της προς τον ουρανό,έβλεπε τ αστέρια που έφεγγαν σαν πυγολαμπίδες,μέσα από το γυάλινο σπίτι της...
και για κάθε φλεγόμενο αστέρι που χόρευε πάνω από τα βλέφαρά της, η ευχή ήταν μία και μοναδική...ευχόταν για λίγη εμπιστοσύνη και αγάπη...για να ρθει επιτέλους η ώρα που όλες οι μάσκες θα πέσουν και όλα τα τείχη θα σπάσουν...για να μπορεί κάποιος χωρίς φόβο μέσα από την πιο μεγάλη αγκαλιά το βράδυ να ψιθυρίζει "σ αγαπώ"...
Υ.Γ.κάπως έτσι είχε τελειώσει και η προηγούμενη ιστορία μου...με αυτήν την ευχή...ίσως από κάποιους θεωρούμαι ονειροπόλα,χαζορομαντική και καθόλου μα καθόλου ρεαλίστρια...αλλά...
μέσα από τη ζωή βγαίνουν και οι ιστορίες και τα παραμύθια...και καθετί όμορφο και καθετί άσχημο...είναι επιλογή μας το ποια πλευρά της βλέπουμε...είναι επιλογή μας να γκρινιάζουμε για ό,τι μας συμβαίνει...όλοι έχουμε παρελθόν, όλοι έχουν κάτι άσχημο που θα θελαν να μην τους είχε συμβεί...
αν όμως πιστέψεις ότι αυτό που ψάχνεις είναι στην επόμενη γωνία,τότε αυτό θα ρθει και θα σε βρει...
γιατί οι ευχές, δεν είναι μόνο ευχές...και τα παραμύθια δεν είναι μόνο για παιδιά...η αισιοδοξία και η παιδικότητα μας λείπει...
όπως ανέφερα και πριν το κείμενο το αφιερώνω στους τελευταίους 6 μήνες της ζωής μου,που με έκαναν να αναθεωρήσω αρκετά πράγματα στη ζωή μου,να πιστέψω ξανά στους ανθρώπους και να θυμηθώ τις νεράιδες,τα ξωτικά,τους νάνους,τα ζώα που μιλάνε και όοοοοολα τα παραμύθια της καθημερινότητας που αν κοιτάξεις πολύ προσεκτικά υπάρχουν και συμβαίνουν στ' αλήθεια...
i welcome my self
prospa8ontas na e3ereunisw t diasiktuo( g to opoio pistepste me dn exw km idea), ki enw egrafa aneka8en paradosiaka se xiliades xartia...mikra, megala, poluxrwma tetradia,me periega stylo...apofasisa n dokimasw kai to blog...
exw apeires istories p prin liges meres eginan xilia kommatia...
dn exei nohma km parousiasi tou parel8ontos, gi auto loipon, 3ekinaw apo simera na grafw apo tin arxi...ti ali8eia???
dn exw idea...
kapoia paramu8ia, kp fantastikes istories...
mikra aposmata mias ka8imerinis zwhs...me geuseis apo ka8e le3i...
ena meidiama g ka8e ti p perna, ena megalo xamogelo g osa exoun na er8oun...
pernwntas mesa apo tis meres kai tis nuxtes, koitwntas ti zwh kai ligo apo makria...
kanontas oneira k e3ereunontas an8rwpous p kt exoun n poun...ki emeis kt n poume g autous...g osous zoun mazi mas,dipla mas, mesa apo tn anasa mas t vrady...akougonas tn ka8e xtypo mias zwhs pou uparxei g n listeuei tn anypar3ia...
exw apeires istories p prin liges meres eginan xilia kommatia...
dn exei nohma km parousiasi tou parel8ontos, gi auto loipon, 3ekinaw apo simera na grafw apo tin arxi...ti ali8eia???
dn exw idea...
kapoia paramu8ia, kp fantastikes istories...
mikra aposmata mias ka8imerinis zwhs...me geuseis apo ka8e le3i...
ena meidiama g ka8e ti p perna, ena megalo xamogelo g osa exoun na er8oun...
pernwntas mesa apo tis meres kai tis nuxtes, koitwntas ti zwh kai ligo apo makria...
kanontas oneira k e3ereunontas an8rwpous p kt exoun n poun...ki emeis kt n poume g autous...g osous zoun mazi mas,dipla mas, mesa apo tn anasa mas t vrady...akougonas tn ka8e xtypo mias zwhs pou uparxei g n listeuei tn anypar3ia...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)