Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

δακρυσμένο λεωφορείο

Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο που περνά από μπροστά μου…βιαστικούς περαστικούς, τον κόσμο γύρω στο λεωφορείο…Άχρωμα πρόσωπα διασταυρούμενα βλέμματα, δυνατά γέλια, βήματα, λαχανιασμένες ανάσες…
Ο αέρας που μπερδεύει τα μαλλιά και τα φώτα των δρόμων να σκοτεινιάζουν περισσότερο τις ματιές…Κάθομαι εδώ, στη μέση ενός γεμάτου λεωφορείου. Μια κυρία με μπλε κορδέλα και κόκκινα παπούτσια, ένα κορίτσι με ένα σκουλαρίκι σε σχήμα πορτοκαλιού, κι εκεί, σαν ένα φως να οδήγησε τη ματιά μου πάνω της, μια κοπέλα με συννεφιασμένο βλέμμα…
Έστεκε ανάμεσα στον κόσμο, ανάμεσα σε γέλια… Δίπλα σε μια παρέα που χαχάνιζε συνεχώς, σ ένα εφηβικό ζευγάρι που η νεαρή κρατούσε δύο τριαντάφυλλα, ένα λευκό κι ένα κόκκινο… Κι όμως, έμενε, δίνοντας μια μαύρη νότα στη λευκή παρτιτούρα τους…Ήθελε κάτι να πει, μα δεν το έκανε…
Την κοιτούσα ώρα πολλή, νομίζω ότι κι εκείνη το κατάλαβε αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο επίμονο βλέμμα μου…Βασικά, δεν έδινε γενικά σημασία σε τίποτα γύρω… Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, την πόλη, τα φώτα κι ανοιγόκλεινε το κινητό της σαν να περίμενε μια λέξη… Μα τίποτα! Το άνοιγε, το έκλεινε, το ξανάνοιγε, το ξανάκλεινε…
Τα μάτια της ήταν μεγάλα και εκφραστικά… Προσπαθούσα να δω μέσα, μα σαν τρύπωνα, γυρνούσε το κεφάλι σαν να μην ήθελε να δω. Κι εκείνη κοιτούσε ανέκφραστα έξω και το κινητό άνοιγε, έκλεινε, ξανάνοιγε, ξανάκλεινε… Σε ρυθμό αργό και μελαγχολικό… Άνοιγε, έκλεινε…
Κάρφωσε το βλέμμα της για λίγο στην άδεια οθόνη… Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν, σήκωσε ψηλά το κεφάλι, προσπαθώντας να καταπιεί τον πόνο που είχε σταθεί κάπου στον λαιμό της… Μα, όταν είδα πιο προσεκτικά, ένα δάκρυ ήδη γυάλιζε στην άκρη των βλεφάρων της… Τα μάτια της θόλωσαν και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πλέον. Άραγε, εκείνη ήξερε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε; Ή μήπως μια θύελλα περνούσε από το μυαλό της;
Ήταν το δάκρυ της; Το δάκρυ μου; Το δάκρυ σου; Το δάκρυ του; Ήταν αυτό που έσβησε κυλώντας στο καυτό μάγουλο…
Χτύπησε το κουδούνι για στάση και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι ενός μικρού δρόμου… Την είδα! Θα θυμάμαι το πρόσωπό της, το δάκρυ της, τον απροσδιόριστο πόνο της που ένιωσα να με πληγώνει και μένα… Κοίταξα τα μάτια της και είδα τα δικά μου…Ή μήπως τα δικά μας;
Σίγουρα γύρισε στο σπίτι για να μπορέσει να ξεβράσει ολόκληρη τη θάλασσα δακρύων, να αφήσει ένα λυγμό στο μαξιλάρι και να πνίξει μια κραυγή σε μια ανύπαρκτη αγκαλιά… Μια αγκαλιά-υποκατάστατο ίσως με την κουβέρτα…
Θα κοιτάξει στον καθρέφτη, θα σβήσει τη μολυβένια αίσθηση από τα μάτια, θα βγάλει κάθε ίχνος χρώματος, φωτός, λαμπυρίσματος… Θα αφαιρέσει τη μάσκα της κλεμμένης ομορφιάς της… Κι έτσι, μες στην ασχήμια αυτού του κόσμου, θα τραβήξει πίσω τα μαλλιά της και θα δει τα μάτια που συνήθως την αγαπούν, συνήθως της χαμογελούν, συνήθως παίζουν παιχνίδια με το είδωλό της… Θα δει τα μάτια που σήμερα έχουν σβήσει μαζί με κείνο το δάκρυ που κύλησε στο λεωφορείο…
Θα δει πως ο πόνος της, είναι πόνος σου, είναι πόνος μου, είναι πόνος μας…Θα δει εσένα και μένα μαζί… Θα δει πως ήμουν στο λεωφορείο…Θα θυμηθεί το πρόσωπό μου που την κοιτούσε επίμονα και θα καταλάβει ότι ήταν το δικό της…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου