Δεν γράφω πράγματα για τη ζωή μου πλέον, απλές εικόνες που γλιστράνε πάνω στο χαρτι... Δεν έχω γράψει κείμενα, ούτε ποιήματα, ούτε στίχους, ούτε μουσική* απλά σχήματα που στροβιλίζουν στο μυαλό μου μερικές φορές, όταν χάνεται η λογική...Είναι αυτό το μαγικό κουμπάκι που ανάβει κι ένα δάκρυ κυλάει, για να σβήσει στη σιωπή... Δεν γράφω πλέον* δεν γράφω πια...Δεν μπορώ καν να συνδυάσω τις λέξεις...Εγώ είμαι αυτή που βάζει κόκκινο στους γραμματικούς τύπους...Δεν έχω έκφραση, δεν ξέρω συντακτικό...Δεν βρίσκω ιδέες ανάμεσα στις σκέψεις μου, για να γεμίσω ένα λευκό χαρτί...
Μα σαν την είδα στο δρόμο, ξύπνησε μέσα μου μια μελωδία γλυκιά...Από αυτές που ακούγονται αχνά μέσα στο θόρυβο του δρόμου...Φώτα με προσπερνούσαν και η βοή των αυτοκινήτων μου τρυπούσε τ αυτιά...Χαμένη σε σκέψεις...Γυαλιά ήταν αυτά που πάτησα; Από τις λίγες φορές που δεν καταφέρνω να μετρήσω τα πλακάκια από το πεζοδρόμιο που πατάω...Κάποια πέρασε από δίπλα μου χτυπώντας με στον ώμο...Οι άνθρωποι κοιτούν μα δεν βλέπουν...Ακούμπησα την κολώνα που ήταν γεμάτη αφίσες για να ξεζαλιστώ...Λυγμός ήταν αυτό; Δεν έχει σημασία*χάθηκε μέσα στην φασαρία...Και τότε κοίταξα μπροστά μου και είδα την πιο όμορφη εικόνα για μια νύχτα σαν κι αυτή...
Ήταν το πιο μικρό παιδί που είχα δει ποτέ...Ειχε μακριά , καστανά μαλλιά και μεγάλα μάτια που μου φαινόταν κάπως γνωστά. Κρατούσε το χέρι της μαμά της τόσο σφιχτά, μπλεκόταν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Περπατούσε χοροπηδηχτά και η κοτσίδα της χόρευε στο ρυθμό των βημάτων της. Και σαν χαμογέλασε και είπε στη μαμά της «σ αγαπώ», φάνηκαν τα μικροσκοπικά δοντάκια της- και μερικά που έλλειπαν- σαν μικρά, άσπρα φωτάκια το βράδυ, που φωτίζουν ακόμα και την πο παγερό σκοτάδι, για να σου δείχνουν το δρόμο και να μπορείς να συνεχίσεις...
Κι ήταν αυτή η όμορφη νότα στη νύχτα μου που μ έκανε ν αναρωτηθώ: σε ποιό κόσμο ζούνε αυτά τα παιδιά; Αυτά τα παιδιά που σιγά σιγά θα μεγαλώσουν, θα φορέσουν φουστάνια και κραγιόν, θα περπατούν σε ψηλοτάκουνα και η μαμά τους δεν θα τους κρατά πλέον το χέρι για να μην πέσουν...Αυτά τα παιδιά που θα κληθούν να ζήσουν μια ζωή που περνά μπροστά απ τα μάτια και δεν χαρίζει μια παραπάνω στιγμή...Μια στιγμή για μια καληνύχτα, για να αγκαλιάσεις αυτό που δεν θέλεις ποτέ να χάσεις...Να χάσεις τις αισθήσεις και να βρεθείς στο κενό...Κι όταν πέσεις στο κενό ποιος θα νοιαστεί; Ποιος θα ναι κει για να σε τραβήξει; Να σου κρατήσει το χέρι για να μην φοβάσαι; Ποια αγκαλιά θα σε σφίξει και θα πεις «σ αγαπώ» ;
Καθισμένη στα σκαλάκια ενός μικρού πάρκου, ακριβώς δίπλα σε έναν δρόμο γεμάτο με ανθρώπους, άφησα ένα δάκρυ που ποτέ κανείς δεν θα προσέξει, καθώς θα το ποδοπατά...Άφησα μια αίσθηση πικρή μα και γλυκια...Δεν γράφω πράγματα για τη ζωή μου, ούτε για τον εαυτό μου...Δεν γράφω σκηνικά...Είναι απλές εικόνες που βγαίνουν σχίζοντας τα δάχτυλά μου...Κάθε όμως φορά, είναι η φιγούρα σου που τις λέξεις ανασταίνει...Είσαι εσύ, σαν να εμφανίζεσαι από το πουθενά.Και γω σε κοιτάζω και σου λέω «Πάμε σπίτι... Θέλεις να μου κρατήσεις το χέρι;»
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου