Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

if...

if you can keep your head when all about you
are losing theirs and blaming it on you;
if you can trust yourself when all men doubt you,
but make allowance for their doubting too;
if you can wait and not ba tired by waiting,
or,being lied about,dont deal in lies,
or,being hated,dont give way to hating,
and yet dont look too good,nor talk too wise;

if you can dream-and not make dreams your master;
if you can think-and not make thoughts your aim;
if you can meet with triumph and disaster
and treat those two imposters just the same;
if you can bear to hear the truth you ve spoken
twisted by knaves to make a trap for fools,
or watch the things you gave your life to broken,
and stoop and buld 'em out with wornout tools;

if you can make one heap with all your winnings
and risk it on one turn of pitch-and-toss,
and lose,and start again at your beginnings
and never breath a word about your loss;
if you can force your heart and nerve and sinew
to serve your turn long after they are gone,
and so hold on when there s nothing in you
except the Will which says to them "Hold on!"

if you can talk with crowds and keep your virtue,
or walk with kings-nor lose the common touch;
if neither foes nor loving friends can hurt you;
if all men count with you but none too much;
if you can fill the unforgiving minute
with sixty seconds' worth of distance run-
yours is the Earth and everything that s in it,
and-which is more-you ll be a Man my son!

Kipling

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

λιμερίκι

Ήτανε μια μάγισσα, την λέγαν καλοκαίρι
τίποτα δεν έκανε σαν ήταν μεσημέρι
της άρεσε να κάθεται σε μια αιώρα πάνω
κι όλο έλεγε "τα πράγματα αύριο θα τα κάνω"
η τρελομάγισσα με το παγωτό στο χέρι...

δακρυσμένο λεωφορείο

Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο που περνά από μπροστά μου…βιαστικούς περαστικούς, τον κόσμο γύρω στο λεωφορείο…Άχρωμα πρόσωπα διασταυρούμενα βλέμματα, δυνατά γέλια, βήματα, λαχανιασμένες ανάσες…
Ο αέρας που μπερδεύει τα μαλλιά και τα φώτα των δρόμων να σκοτεινιάζουν περισσότερο τις ματιές…Κάθομαι εδώ, στη μέση ενός γεμάτου λεωφορείου. Μια κυρία με μπλε κορδέλα και κόκκινα παπούτσια, ένα κορίτσι με ένα σκουλαρίκι σε σχήμα πορτοκαλιού, κι εκεί, σαν ένα φως να οδήγησε τη ματιά μου πάνω της, μια κοπέλα με συννεφιασμένο βλέμμα…
Έστεκε ανάμεσα στον κόσμο, ανάμεσα σε γέλια… Δίπλα σε μια παρέα που χαχάνιζε συνεχώς, σ ένα εφηβικό ζευγάρι που η νεαρή κρατούσε δύο τριαντάφυλλα, ένα λευκό κι ένα κόκκινο… Κι όμως, έμενε, δίνοντας μια μαύρη νότα στη λευκή παρτιτούρα τους…Ήθελε κάτι να πει, μα δεν το έκανε…
Την κοιτούσα ώρα πολλή, νομίζω ότι κι εκείνη το κατάλαβε αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο επίμονο βλέμμα μου…Βασικά, δεν έδινε γενικά σημασία σε τίποτα γύρω… Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, την πόλη, τα φώτα κι ανοιγόκλεινε το κινητό της σαν να περίμενε μια λέξη… Μα τίποτα! Το άνοιγε, το έκλεινε, το ξανάνοιγε, το ξανάκλεινε…
Τα μάτια της ήταν μεγάλα και εκφραστικά… Προσπαθούσα να δω μέσα, μα σαν τρύπωνα, γυρνούσε το κεφάλι σαν να μην ήθελε να δω. Κι εκείνη κοιτούσε ανέκφραστα έξω και το κινητό άνοιγε, έκλεινε, ξανάνοιγε, ξανάκλεινε… Σε ρυθμό αργό και μελαγχολικό… Άνοιγε, έκλεινε…
Κάρφωσε το βλέμμα της για λίγο στην άδεια οθόνη… Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν, σήκωσε ψηλά το κεφάλι, προσπαθώντας να καταπιεί τον πόνο που είχε σταθεί κάπου στον λαιμό της… Μα, όταν είδα πιο προσεκτικά, ένα δάκρυ ήδη γυάλιζε στην άκρη των βλεφάρων της… Τα μάτια της θόλωσαν και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πλέον. Άραγε, εκείνη ήξερε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε; Ή μήπως μια θύελλα περνούσε από το μυαλό της;
Ήταν το δάκρυ της; Το δάκρυ μου; Το δάκρυ σου; Το δάκρυ του; Ήταν αυτό που έσβησε κυλώντας στο καυτό μάγουλο…
Χτύπησε το κουδούνι για στάση και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι ενός μικρού δρόμου… Την είδα! Θα θυμάμαι το πρόσωπό της, το δάκρυ της, τον απροσδιόριστο πόνο της που ένιωσα να με πληγώνει και μένα… Κοίταξα τα μάτια της και είδα τα δικά μου…Ή μήπως τα δικά μας;
Σίγουρα γύρισε στο σπίτι για να μπορέσει να ξεβράσει ολόκληρη τη θάλασσα δακρύων, να αφήσει ένα λυγμό στο μαξιλάρι και να πνίξει μια κραυγή σε μια ανύπαρκτη αγκαλιά… Μια αγκαλιά-υποκατάστατο ίσως με την κουβέρτα…
Θα κοιτάξει στον καθρέφτη, θα σβήσει τη μολυβένια αίσθηση από τα μάτια, θα βγάλει κάθε ίχνος χρώματος, φωτός, λαμπυρίσματος… Θα αφαιρέσει τη μάσκα της κλεμμένης ομορφιάς της… Κι έτσι, μες στην ασχήμια αυτού του κόσμου, θα τραβήξει πίσω τα μαλλιά της και θα δει τα μάτια που συνήθως την αγαπούν, συνήθως της χαμογελούν, συνήθως παίζουν παιχνίδια με το είδωλό της… Θα δει τα μάτια που σήμερα έχουν σβήσει μαζί με κείνο το δάκρυ που κύλησε στο λεωφορείο…
Θα δει πως ο πόνος της, είναι πόνος σου, είναι πόνος μου, είναι πόνος μας…Θα δει εσένα και μένα μαζί… Θα δει πως ήμουν στο λεωφορείο…Θα θυμηθεί το πρόσωπό μου που την κοιτούσε επίμονα και θα καταλάβει ότι ήταν το δικό της…