Κι εκείνη τη μέρα, έπεσα μέσα σ’ ένα βάζο...
Δεν ξέρω πως, αλλά ξαφνικά ένιωσα ένα τράνταγμα σε όλο μου το σώμα...Έπεσα μέσα βαθιά... Ήμουν εκεί, μέσα στο σκοτάδι. Εκεί που κανένας δεν μπορεί να με δει ή να με ακούσει• όσο δυνατά κι αν φωνάζω...
Και αφού δεν είχα άλλη επιλογή, αποφάσισα να βυθιστώ ολοένα και πιο βαθιά στο σκοτάδι και στη μοναξιά μου...Έχω φως μέσα μου, έχω μουσικές, ταξίδια, όμορφες εικόνες, γέλια, χαρές, θετικές δονήσεις...Έχω φίλους και γνωστούς, οικείες φωνές, λαμπερά πρόσωπα...
Σήμερα όμως κανείς δεν τα θέλει...
Έμεινα ήρεμη μέσα στ βάζο μου, στο νερό που ζέσταινε τα πόδια μου και χόρταινε τα λουλούδια από πάνω μου, τα οποία μου χαμογελούσαν καθώς με βλέπαν λυπημένη μες στη μοναξιά μου...
Δεν έχω συνηθίσει μέσα στο σκοτάδι και αυτό αρχίζει να με τρομάζει. Τα λουλούδια μοιάζουν ψηλά και τρομακτικά σαν δράκοντες•δεν θέλω να με φάνε! Όλα μεγαλοποιούνται όταν είσαι ολομόναχη εδώ κάτω...
Μα, πως βρέθηκα εδώ; Γιατί δεν με ψάχνει κανείς; Συνήθως οι άνθρωποι χαίρονται όταν με βλέπουν...Τους γεμίζω με νότες ευτυχίας...
Κανείς τους όμως δεν με ψάχνει σήμερα! Θα μπορούσα να έχω πάθει κάτι κακό εδώ μέσα!Είναι τόσο ασφυκτικά!Θα μπορούσα να έχω πάθει ασφυξία ή να πνιγώ από το νερό!Οι φωνές μου είναι μόνο μπουρμπουλήθρες που δεν φτάνουν καν στο στόμιο του βάζου για να τις δει κάποιος!
«Μα γιατί κλαψουρίζεις;», μου είπε το βάζο.
«Είμαι παγιδευμένη εδώ μέσα και δεν μπορώ καν να κουνηθώ για να βγώ!»απάντησα.
«Και ποιό το κακό σ’ αυτό;Εγώ ζω εδώ ακίνητο χρόνια ολόκληρα και κανείς δεν μου δίνει σημασία-εκτός αν χρειάζομαι ξεσκόνισμα!»
«Εγώ όμως δε ζω έτσι!Είμαι κοινωνική!Έχω ανάγκη να βγω από δω μέσα!»
«Συγγνώμη αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι!»είπε το βάζο και σιώπησε και πάλι όπως όλα αυτά τα χρόνια...
...Και τότε ξαφνικά, ένα χέρι με τράβηξε ψηλά!Ήταν το χέρι της•ήταν η καλύτερη μου φίλη!Με κράτησε σφιχτά, μου χάιδεψε την κοιλιά και γω άρχισα να φωτίζω από χαρά...
«Μεσημέριασε και δεν το πήρα χαμπάρι με τις δουλειές του σπιτιού!»είπε...
Κοίταξα το πρόσωπό της ξανά, το χαμόγελό της έσβησε. Ήταν χλωμή σήμερα. Ήθελα να της πω να μην στεναχωριέται αλλά δεν μπορούσα...
«Καμία κλήση•κανένα μήνυμα»είπε...Έσπρωξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και μετά έπιασε το αριστερό της χέρι που πονούσε...
«Κανείς...Τίποτα...»είπε κι ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της...
Και τότε ένιωσα και πάλι ένα τράνταγμα σε όλο μου το σώμα.Τα φώτα μου, οι μουσικές μου, τα χρώματα, τα πρόσωπα, οι αναμνήσεις μου•όλα έσβησαν με ένα απλό πάτημα...Βρέθηκα και πάλι στο πάτο του μοναχικού και σιωπηλού βάζου...
Αυτή τη φορά ήρεμη, υπομονετική, σιωπηλή, ξέρωντας ότι είμαι άξια της μοίρας μου...Τελικά δεν φέρνω πάντα κοντά τους ανθρώπους, δεν τους γεμίζω πάντα χαμόγελα...
Κι αφού δεν νοιάζεται κανείς για εκείνη, πώς και γιατί να νοιαστεί εκείνη για μένα;
Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)